
Επιτέλους, μετά από 49 χρόνια (!) αποφάσισα να αναζητήσω - και να πάρω στα χέρια μου αντίγραφό του – το πρώτο δημοσιευμένο μου κείμενο.

Επιτέλους, μετά από 49 χρόνια (!) αποφάσισα να αναζητήσω - και να πάρω στα χέρια μου αντίγραφό του – το πρώτο δημοσιευμένο μου κείμενο.
Δικηγόρος επιτυχημένος ο κύριος Αλέξανδρος. Επιτυχημένος και κονομημένος, χάρη στην δουλειά του αλλά και στην γερή προίκα που πήρε όταν αποφάσισε να βγάλει το «τομάρι» του σε πλειστηριασμό.
Τριάντα τρεις μέρες. Ναι, τριάντα τρεις, μετρημένες μία προς μία από τότε που άρχισα να νιώθω πρακτικά ξένος στον τόπο μου. Τότε που άρχισε να λειτουργεί το εργοστάσιο λιπασμάτων.
Ο Μάνθος ήτανε πραματευτής. Δηλαδή
φόρτωνε, σε μια παλιά κλούβα Φολκσβάγκεν κατσαρολικά, κουταλομαχαιροπήρουνα,
ποτήρια, βάζα, γενικά είδη νοικοκυριού, είχε και κάποιες ρόμπες για τις γριές,
μαντήλες, κάτι σκούπες, φαράσια κ.τ.λ. και κίναγε για τα απρόσιτα στις
συγκοινωνίες χωριά, να πουλήσει.
Ο Μοίραρχος Ιωάννης Λεβεντογιαννάκος, έπινε τον πρωινό του καφέ, βαρύν γλυκόν με πέντε φουσκάλες - όπως του άρεσε - και σε χοντρό φλιτζάνι, με θέα την θάλασσα, που απλωνόταν καταγάλανη και ήρεμη κάτω από έναν λαμπερό ήλιο, μπροστά από το γραφείο του.
Το κρύο είχε έρθει νωρίς εφέτος, σα να θελε να ξεσυνεριστεί τα τόσα στραβά που είχανε βρει όσους έμεναν σ’ αυτόν τον ξεχασμένο απ’ το Θεό και το γκουβέρνο τόπο.