Δεν είναι και τόσο μακρινή η εποχή, που οι τσοπαναραίοι από τα ορεινά, μόλις πιάνανε τα πρώτα κρύα στα βουνά, φορτώνανε τα απαραίτητα υπάρχοντά τους στα μουλάρια και κίναγαν με τα κοπάδια τους να κατεβούνε στα χειμαδιά.
Δεν είναι και τόσο μακρινή η εποχή, που οι τσοπαναραίοι από τα ορεινά, μόλις πιάνανε τα πρώτα κρύα στα βουνά, φορτώνανε τα απαραίτητα υπάρχοντά τους στα μουλάρια και κίναγαν με τα κοπάδια τους να κατεβούνε στα χειμαδιά.
Μέχρι τον 18ο αιώνα οι άνδρες κολυμπούσαν γυμνοί. Το 1737 στην Αγγλία αυτό απαγορεύτηκε στους άρρενες άνω των 10 ετών. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι άνδρες κολυμπούσαν με ρούχα που έμοιαζαν με τα εσώρουχά τους. Ανοιχτόχρωμα, μονότονα, φαρδιά και μακριά, κατασκευασμένα από μαλλί, που έχει την ιδιότητα να κρατάει λιγότερο νερό και είναι περισσότερο ελαστικό από τα βαμβακερά υφάσματα.
Να είσαι αγόρι στη μετεφηβική ηλικία, να είναι η εποχή συντηρητική – ούτε γκομενάκι ούτε και καμιά τσόντα της προκοπής για να ξεδώσεις – να είναι καλοκαίρι και η νεανική τεστοστερόνη, φρέσκια και σε περίσσευμα, να τρέχει στο αίμα «ποτάμι» και να μην τολμάς να κυκλοφορήσεις δημοσίως με το σλιπ ή το μαγιό, λόγω του ότι είσαι συνεχώς στο… «παρουσιάστε»! Άντε να σε δει η μάνα σου, η γιαγιά ή καμιά γειτόνισσα κουτσομπόλα… Να ξαπλώνεις σκεπασμένος με το σεντόνι και να σηκώνεις… αντίσκηνο!
«Ρε φίλε, η Δαλαμανάρα δεν είναι χωριό. Δεν έχει πλατεία. Τα χωριά έχουνε την πλατεία τους, όπου συναντιέται ο κόσμος στη σχόλη, τα λένε και ξεδίνουν!» μου πέταξε ένας φίλος προχθές στην κουβέντα.
Ο φίλος μου ο Νάσος είναι συνταξιούχος δικηγόρος. Ως άνθρωπος είναι κι αυτός όπως είμαστε όλοι μας, με τα καλά του και τα στραβά του. Δυστυχώς, όμως, γι’ αυτόν, τα στραβά του δεν επιβαρύνουν κανέναν άλλον παρά μόνον τον ίδιο, στην τελική… Και απ’ όλα τα κουσούρια που έχει, η ισχυρογνωμοσύνη του είναι το μεγαλύτερο, που δεν τον αφήνει να δει κάποια πράγματα όπως είναι. Και την πληρώνει…
Ο Δημήτρης Μ., είχε πολεμήσει στη Μικρασία. Μετά την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε στο Βόλο, όπου είχε μεγαλώσει. Δουλειές δεν υπήρχαν εκεί και κάποια στιγμή αποφάσισε να ψάξει τους συγγενείς του, που έμεναν στο Ναύπλιο. Όμως, ούτε στο Ναύπλιο εύρισκε δουλειά.
Τα αγόρια στην εποχή μας, μισό αιώνα πίσω, δηλαδή, γίνονταν άντρες όταν εγκατέλειπαν την σιγουριά της οικογενειακής στέγης. Και αυτό συνέβαινε είτε με το να υπηρετούν στον στρατό είτε μπαίνοντας σε κάποια ανώτατη ή ανώτερη σχολή μακριά από τον τόπο τους.
Τον Μήτσο, τον φίλο μου, άνθρωπο «περπατημένο» στην πιάτσα και ειδικά τη νύχτα, ήταν κάτι μέρες που τον έτρωγε η περιέργεια. Έβλεπε τον γεροντόμαγκα, που έμενε πάνω από το μαγαζί του, να φεύγει καθημερινά έχοντας παρέα έναν άλλον γεροντόμαγκα, παλιό ρεμπέτη, που έκανε τις διακοπές του στην περιοχή, μαζί με κάποιον άγνωστο νεαρό.
Η ένατη από τις δέκα εντολές, όπως τις ξέρουμε από το βιβλίο της «Εξόδου», που περιλαμβάνεται στο Τορά (μετάφραση των εβδομήκοντα), είναι ξεκάθαρη: Ου ψευδομαρτυρήσεις. Εντολή, που δυστυχώς και για διαφόρους λόγους πολλάκις καταπατείται. (σ.σ.: Όπως, άλλωστε και όλες οι υπόλοιπες).
Η ιστορία είναι παλιά. Συνέβη σε μια εποχή που η κοινωνία δεν είχε ακόμα εθιστεί σε «μόδες» συμπερίληψης, δικαιωματισμού και… woke ατζέντας (με τα 72 φύλα), χώρια που ο πρωταγωνιστής προερχόταν από τα ορεινά της Λαμίας.
Τα Βέρβαινα είναι παραδοσιακός οικισμός του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2021 ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 375 κατοίκους. Είναι χτισμένα στις βόρειες πλαγιές του Πάρνωνα σε υψόμετρο 1.160 μέτρων, αποτελώντας τον ορεινότερο οικισμό του.
Τα πηγάδια, πριν εξαπλωθεί ο ηλεκτρισμός και μπουν ηλεκτροκινητήρες, όπου με το πάτημα ενός κουμπιού το νερό ανεβαίνει με σωλήνες στην επιφάνεια για να ποτιστούν τα χωράφια, δούλευαν με πετρελαιοκινητήρες. Πριν, όμως, από αυτή την τεχνολογική πρόοδο η δουλειά γινόταν με τα μαγγανοπήγαδα.
Παράξενος ο κόσμος της νύχτας και terra incognita για τους μη μυημένους. Με δικούς του νόμους και κανόνες, που λειτουργούν ως προς τον σεβασμό και το αποτέλεσμα καλύτερα από κάποιους άλλους μιας «συντεταγμένης πολιτείας». Γιατί όποιος δεν τους τηρεί «καίγεται» με διάφορους τρόπους…
Είναι γνωστό, το έχω γράψει και παλιότερα, πως οι μεγαλύτερες αντιπαλότητες στις παραδοσιακές κοινωνίες υπήρχαν και συντηρούνταν διαχρονικά ανάμεσα σε γείτονες. Γείτονες στα σπίτια, στα χωράφια ή και στα χωριά ακόμη. Κόντρες που μπορεί να ξεκινούσαν από την απλή αδυναμία αντίληψης της διαφορετικής νοοτροπίας και να επεκτείνονταν στην σύγκρουση συμφερόντων (π.χ. το γαϊδούρι του γείτονα μού μπήκε στο χωράφι και έφαγε δυο λάχανα…).
Το 1961 βγήκε στους κινηματογράφους η ταινία «Φτωχαδάκια και λεφτάδες» σε σενάριο και σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου. Το σενάριο ήταν διασκευή από το θεατρικό έργο του Νίκου Τσιφόρου «Γάντι και σαρδέλα». Όπου Μίμης Φωτόπουλος και Νίκος Σταυρίδης διαγκωνίζονταν για την καρδιά της Μίλης Ντεκρίση (Σμαρούλας Γιούλη) κόρης ενός πλούσιου εφοπλιστή.
Ιούλιος και Αύγουστος είναι οι κατ’ εξοχήν μήνες των πανηγυριών. Με αφορμή την γιορτή κάποιου Αγίου στο χωριό ο κόσμος βγαίνει να γλεντήσει και να ξεδώσει.
Θεσσαλονίκη, Φθινόπωρο του 1981. Μένω σε ένα διαμέρισμα δυάρι στην οδό Φιλικής Εταιρίας. Υποτίθεται ότι σπουδάζω, αν και έχω χαθεί κάποια χρόνια από τη Σχολή. Έστελνε ο μαύρος ο πατέρας, ελπίζοντας να δει τον γιο του μια μέρα Κτηνίατρο…
Το καφενείο του «Φασαρία» (Τάσου Αγγελόπουλου) στο Άργος, βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας του Αγίου Πέτρου. Πέραν της καθημερινής λειτουργίας του ως καφενείου, την δεκαετία του 70 απετέλεσε και στέκι των Αργείτικων καμακιών. Στο οποίο σινάφι ήταν κυρίαρχη μορφή ο Άλκης Κατσουλιέρης. Ο Άλκης, μάλιστα, όπως διηγούνται, είχε και ένα απλησίαστο ρεκόρ. Την ίδια μέρα, με ελάχιστη χρονική διαφορά, είχε φέρει στο καφενείο τρεις διαφορετικές παρέες τουρίστριες!