Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Ο κουμπάρος, η κουμπάρα και μια… κόφα!


Ήταν κάποτε που ο κόσμος επικοινωνούσε μεταξύ του πιο άμεσα, πιο ανθρώπινα, με τις αθώες πλάκες και με τα πειράγματα. Τότε που υπήρχαν ακόμα σπίτια χαμηλά, φτωχικά μεν αλλά που έκρυβαν μέσα τους ψυχή. Πού τα καφενεία σέρβιραν καφέ φτιαγμένο στο μπρίκι, σε διάφορες παραλλαγές, βαρύ γλυκό, ναι και όχι, γλυκύ βραστό με τόσες φουσκάλες, κ.λ.π.

Στην Αθηναίικη συνοικία εκείνη τη μέρα ο μάστρο Αργύρης γύριζε από την δουλειά του κουβαλώντας στην πλάτη ένα μεγάλο κοφίνι, μια κόφα που το λέγανε. Εκεί που διάβαινε στην ρούγα ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την κουμπάρα του την Φρόσω. Έκοψε το βήμα του και πιάσανε την κουβέντα:

«Πού πας κουμπάρε; Σχόλασες ή έχεις  ακόμα τρεξίματα;».

«Σχόλασα επιτέλους!».

«Τέλεψες, επιτέλους, με τις δουλειές σου;».

«Οι δουλειές δεν τελειώνουνε ποτέ. Αλλά βαστάω τα λόγια του μακαρίτη του πατέρα μου πως η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Έτσι κι εγώ έκανα ό,τι έπρεπε να κάνω σήμερα και τα υπόλοιπα τα άφησα για αύριο».

«Και πούθε σε πάει ο δρόμος σου;».

«Μα για το καφενείο, να βρω τον άντρα σου και την υπόλοιπη παρέα, να μάθω κανένα νέο και να κοπανήσω μια κούπα κρασί, να ξεδώσω».

«Και αυτό που κουβαλάς τι είναι; Για κοφίνι το κόβω αλλά πιο μεγάλο…».

«Ναι, γιατί είναι για την ακρίβεια κόφα, που σε χωράει, μάλιστα, ολάκερη μέσα της!».

Η κουμπάρα, που ήταν κοντακιανή η καημένη, αντέδρασε:

«Άντε ρε, που με χωράει ολάκερη!».

«Έλα να σε βάλω μέσα να δούμε!»

Ακουμπάει την κόφα στην άκρη του δρόμου, δοκιμάζει η κουμπάρα και τσουπ μπαίνει και χάνεται μέσα της. Γεροδεμένος ο Αργύρης φορτώνεται την κόφα και παίρνει ξανά τον δρόμο για το καφενείο. Ανταριασμένη η κουμπάρα άρχισε να του φωνάζει:

«Πού με πας ρε, κατέβασέ με!».

«Πάψε και θα γελάσουμε».

Πλησιάζοντας στο καφενείο την ειδοποίησε να στριμωχτεί στον πάτο ώστε να μην φαίνεται.

Στο καφενείο τον είδε ο κουμπάρος και σηκώθηκε να τον υποδεχτεί, εκδηλώνοντας, ταυτόχρονα, την περιέργειά του για το περιεχόμενο της κόφας:

«Θα κάτσεις να πιούμε δυο κούπες αλλά για πες τι κουβαλάς;».

«Έχω χοχλιούς από την Κρήτη. Καλοθρεμμένους με μαρουλόφυλλα!».

«Α, μα θα γίνουν πρώτος μεζές! Για απίθωσε κάτω την κόφα να δω».

Όταν είδε, όμως, την Φρόσω μαζεμένη στον πάτο, έμπηξε ένα τρανταχτό γέλιο και αφού απόσωσε άνοιξε τις δυο του παλάμες και την φασκέλωσε:

«Να μωρή μπανέσω, να μην στα χρωστάω!».

………

Μπανέσω σημαίνει παλαβή στα Αρβανίτικα.

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου