Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Μπατίρηδες, τσιγγούνηδες, καρμίρηδες...

Το χρήμα είναι μέσον, ανάγκη ή αυτοσκοπός; Ένα αιώνιο ερώτημα, όπου υπάρχουν διάφορες απαντήσεις.

Στην αρχαία Σπάρτη, ο νομοθέτης Λυκούργος καθιέρωσε βαριά, ογκώδη σιδηρά νομίσματα αντί για χρυσά ή ασημένια. Αυτό έγινε για να αποθαρρύνει την συσσώρευση πλούτου, το παραεμπόριο και την πολυτέλεια, διατηρώντας την οικονομική ισότητα μεταξύ των ομοίων Σπαρτιατών. Από την άλλη, 213 χιλιόμετρα βορειότερα, είχαμε τους αρχαίους Αθηναίους: «Δει δε χρημάτων, ω άνδρες Αθηναίοι και άνευ τούτων ουδέν έστι γενέσθαι των δεόντων». (Δημοσθένης, α΄ Ολυνθιακός).

Δυο κόσμοι, δυο διαφορετικοί τρόποι ζωής…

Τώρα τι θέλω και τα γράφω αυτά σε μια εποχή που το χρήμα είναι ο Θεός των πάντων, η κοινή γλώσσα που γίνεται αντιληπτή από τους πάντες και τα πάντα κινεί; Ας πούμε πως έχω στην διάθεσή μου έναν κενό χώρο, που σε τακτά χρονικά διαστήματα πρέπει να τον γεμίσω με λέξεις. Σας αρκεί αυτό; Σας αρκεί δεν σας αρκεί πάμε παρακάτω…

Είναι κάποιοι άνθρωποι, που άλλοτε από ανάγκη και άλλοτε από καρμιριά εκδηλώνουν συμπεριφορές που αποτελούν αντικείμενο κοινωνικού σχολιασμού.

Στην πρώτη περίπτωση θυμάμαι όταν νέοι φοιτητές, εγώ και ο φίλος μου ο Τάκης πηγαίναμε να φάμε σε κάποιο εστιατόριο της Θεσσαλονίκης και λόγω οικονομικής στενότητας μοιραζόμαστε μια μπύρα.

«Πώς την πίνεις, με αφρό ή χωρίς;» ρώταγε ο ένας μας.

Και ο άλλος απάνταγε: «Χωρίς!».

Καθότι, αν και την προτιμούσαμε με αφρό και οι δυο, χωρίς αφρό την μοιράζαμε καλύτερα…

Αλλά είπαμε, ήτανε η ανάγκη…

Θυμάμαι και μια άλλη περίπτωση, όπου καθόμαστε παρέα πρώην συμμαθητές σε μεζεδοπωλείο του Άργους. Και ένας εξ ημών μέτραγε πόσα κομμάτια λουκάνικο και πόσους κεφτέδες έτρωγε ο καθένας. Κατακεραυνώνοντας τον ένοχο όταν διαπίστωνε παρέκκλιση:

«Το κέρατό σου, έφαγες όσα σου αναλογούν. Τα μέτρησα!».

Αυτή η περίπτωση είχε να κάνει περισσότερο με την ανάγκη ή ακόμα με την νεανική ανεμελιά και λιγότερο με την βουλιμία.

Η άλλη περίπτωση ήταν αυτή που διηγείτο τις προάλλες ένας φίλος στην παρέα, αναφερόμενος σε γνωστό καρμίρη:

«Ήτανε μια μεγάλη παρέα με οικογένειες στο τραπέζι εξοχικού καταστήματος. Έφεραν τα παϊδάκια και ο καρμίρης δήλωσε πως δεν σκόπευε να φάει. Έπαιρνε, όμως, μεζέδες και τους έβαζε στο πιάτο της γυναίκας του, από όπου άρπαζε κάθε τόσο κι από ένα κομμάτι. Όταν ήρθε στο τέλος ο λογαριασμός, αυτός έβγαλε τον εαυτό του απ’ έξω. Καθότι, το πιάτο του παρέμενε άδειο… Πλήρωσε μόνο την συμμετοχή του στις σαλάτες και στο κρασί!».

Και αυτές οι περιπτώσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αθώες, μπροστά σε κοσμοϊστορικά γεγονότα, όπου χύθηκαν και χύνονται ποταμοί αθώου αίματος, μόνο και μόνο για να κερδοσκοπήσουν κάποιοι ελάχιστοι σε βάρος των πολλών…

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου