Τον Μήτσο, τον φίλο μου, άνθρωπο «περπατημένο» στην πιάτσα και ειδικά τη νύχτα, ήταν κάτι μέρες που τον έτρωγε η περιέργεια. Έβλεπε τον γεροντόμαγκα, που έμενε πάνω από το μαγαζί του, να φεύγει καθημερινά έχοντας παρέα έναν άλλον γεροντόμαγκα, παλιό ρεμπέτη, που έκανε τις διακοπές του στην περιοχή, μαζί με κάποιον άγνωστο νεαρό.
Επειδή είχανε δει πολλά τα μάτια του και είχε ακουστά για παράξενα γούστα στην περιοχή, κάτι δεν του πήγαινε καλά και όλο του ερχόταν να ρωτήσει, μα από την άλλη φοβόταν μήπως και παρεξηγηθεί με τον γείτονά του, που δεν ήθελε και πολύ, καθότι αράθυμος.
Τέλος πάντων, κάποια μέρα που είχε κατέβει νωρίς κάτω και τον κέρασε τσιγάρο, έτσι όπως κάθονταν χαλαροί και μιλάγανε περί ανέμων και υδάτων, πήρε την απόφαση να του πετάξει την σπόντα και «όποιον έπαιρνε ο χάρος» που λένε:
«Δεν μου λες ρε μάστορα, για πού τραβάτε κάθε μέρα με τον άλλονε τον παλιόνε και το νεαρό;».
Ο γεροντόμαγκας, χωρίς να φαντάζεται πού την πάει την κουβέντα, του απάντησε αυθόρμητα:
«Ε, να, μπαίνουμε στο αμάξι και κάνουμε κατά τη Νέα Κίο, να βγούμε στην θάλασσα».
«Α, κατά την θάλασσα. Και μετά τι επακολουθεί, καλούπωμα;».
«Παρντόν, δεν αντελήφθην το υπονοούμενο».
«Καλούπωμα, ντε, πριτσίνωμα, πώς αλλιώς να το πω;».
«Πάλι δεν εννόησα πού την πας την κουβέντα».
«Το παιδί, λέω, πού το πάτε το παιδί; Για… καλιμπράρισμα;».
Επιτέλους, ο γεροντόμαγκας το έπιασε το υπονοούμενο. Η αντίδρασή του ήταν άμεση. Ευτυχώς, δεν τον διαολόστειλε, μόνο κοίταξε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση:
«Δεν σού επιτρέπω! Ο νεαρός είναι γιατρός και καλός μάλιστα».
«Και επειδή είναι γιατρός σημαίνει ότι δεν την τρίζει την όπισθεν;».
«Σημαίνει ρε κεφάλα πως τον παίρνουμε μαζί μας σαν γιατρό!».
«Και τι τον θέλετε στην παρέα τον γιατρό;».
«Να, αφού φτάσουμε στην παραλία, μπαίνουμε στην βάρκα ενός παλιού φίλου, που βάζει μπρος την μηχανή και ανοιγόμαστε στη θάλασσα…».
«Και;».
«Και καθώς βρισκόμαστε αρόδο μας παίρνει την πίεση, μας μετράει τους παλμούς, μας ακροάζεται και με το στηθοσκόπιο, για σιγουριά…».
«Και όλα αυτά με ποιο σκοπό;».
«Για να σιγουρευτούμε πως είμαστε καλά. Και μετά βγάζω πράμα καλό και στρίβω ένα… τρομπόνι. Το ανάβω και με τον φίλο μου αράζουμε χαλαρά στην κουπαστή, αγναντεύουμε την παραλία και το απολαμβάνουμε!».
Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου