Δεν είναι και τόσο μακρινή η εποχή, που οι τσοπαναραίοι από τα ορεινά, μόλις πιάνανε τα πρώτα κρύα στα βουνά, φορτώνανε τα απαραίτητα υπάρχοντά τους στα μουλάρια και κίναγαν με τα κοπάδια τους να κατεβούνε στα χειμαδιά.
Μικρό παιδί στην Δαλαμανάρα, έχω ακόμα μπροστά μου, σαν
σε όνειρο, την εικόνα μιας τέτοιας πομπής, που ερχόταν από το πλάι του αμαξιτού
δρόμου. Άνθρωποι καβάλα στα φορτωμένα μουλάρια, γίδια και πρόβατα να ακολουθούν
και κάτι τσοπανόσκυλα θηρία να τα συντροφεύουν για να τα φυλάνε. Ήταν τότε ελάχιστα
τα αυτοκίνητα που πέρναγαν από τον δρόμο…
Ήτανε, κάποτε κι ένας τσοπάνης απ’ αυτούς, που σαν έφτασε
στον τελικό του προορισμό, πλάι στην θάλασσα και ξαμολήθηκαν τα γίδια για να
αρμυριαστούνε, καθότανε και παρακολουθούσε τους ψαράδες στα ρηχά, που τραβάγανε
το δίχτυ στην τράτα. Κανένας δεν του έδινε σημασία, μόνο τους άκουγε που απευθύνονταν
στον επικεφαλής της τράτας, με έναν ιδιαίτερο σεβασμό, αποκαλώντας τον «καπετάνιε».
«Τι στα κομμάτια» μονολόγησε «εμένα με πεντακόσια ζωντανά
κοπάδι ούτε που με προσέξανε και τον άλλον, που έχει μια παλιοκαρούτα, τον
φωνάζουνε καπετάνιο».
Εκεί κοντά ήτανε ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι. Κάθισε με τα
παιδιά και τους πιστικούς του να ξαποστάσουν και να πιούν μια κούπα κρασί. Ένα
γραμμόφωνο έπαιζε κάποιο παλιό τραγούδι. Τα λόγια του τον έβαλαν σε
προβληματισμό:
«Σε ναυπηγείο, βρε παιδιά,
καΐκι θέ να κάνω
και να γυρίζω τα νησιά, τον
έμπορο να κάνω.
Μες στα νησιά έχει πολλά
πράγματα να ψωνίσω
και θα 'ρχομαι στον Πειραιά, παιδιά, να τα πουλήσω».
Το σκέφτηκε το ξανασκέφτηκε, τον είχε φάει τόσα χρόνια
και το πήγαινε – έλα στα βουνά και χαΐρι δεν έβλεπε και πήρε την μεγάλη
απόφαση. Θα γινόταν έμπορος και καπετάνιος σε καΐκι! Να αλωνίζει το Αιγαίο και
να κονομάει ξεκούραστα! Πούλησε τα ζωντανά και με τα λεφτά που πήρε παράγγειλε
σε ταρσανά της Κοιλάδας ένα μεγάλο σκαρί. Για πλήρωμα, καθότι από θάλασσα δεν
σκάμπαζε γρυ, πήρε έμπειρους ναυτικούς από την Ερμιονίδα και κίνησε για τον
Γαλατά να φορτώσει λεμόνια. Θα τα πήγαινε στην Θεσσαλονίκη να τα μοσχοπουλήσει.
Έλα, όμως, που στο Κάβο ντ’ Όρο της Εύβοιας βρέθηκαν σε
καιρό άσχημο και το βαρυφορτωμένο καΐκι σκαμπανέβαζε παλεύοντας με τα τεράστια
κύματα… Το πλήρωμα που είδε τα σκούρα κατάλαβε πως για να τα βγάλουν πέρα
έπρεπε να ελαφρύνουν το σκάφος. Και του φώναξαν:
«Καπετάνιε, αν δεν ελαφρύνουμε θα πάμε στον πάτο!».
«Και τι θέλετε να κάνουμε;» τους ρώτησε αυτός από το
βάθος του αμπαριού, που είχε χωθεί από τον φόβο του.
«Να πετάξουμε τα λεμόνια στην θάλασσα!».
Τι να κάνει ο έρμος, κίτρινος από την λαχτάρα που
πέρναγε, συναίνεσε.
«Αμολάτε τα!»
Και κάνοντας τον σταυρό του μονολόγησε:
«Πουτάνα θάλασσα, βλέπεις βλάχο και γελάς και λεμόνια και
κυλάς!»…
Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου