Στο Μέρμπακα, στο πέρα ρέμα, όπου ήταν και το σπίτι του, είχε το μαγερείο ο μπάρμπα Παναής ο Μερμίγκης. Σαράντα πέντε χρόνια στην Αμερική μετανάστης, όπως οι περισσότεροι Έλληνες τότε έμαθε και δούλευε μάγειρας. Πολύ καλός σε όλα του, το έφεραν οι περιστάσεις και εξειδικεύτηκε στην Μεξικάνικη κουζίνα.
Όταν γύρισε στο χωριό άνοιξε μαγερείο - ταβέρνα στο πέρα ρέμα, που την ονόμασε «Πέρα Ρέμα» και στην συνέχεια «Πέραμα». Σπεσιαλιτέ τού μαγερείου ήταν το βραστό κοτόπουλο, περασμένο από το τηγάνι. Έβραζε το κοτόπουλο, έβγαζε τη σούπα και στη συνέχεια το πέρναγε από το τηγάνι με φρέσκο βούτυρο και ξύγκι χοιρινό. «Πατείς με, πατώ σε» ο κόσμος για να φάει την σπεσιαλιτέ.
Το 1957 το «Πέραμα» πέρασε στα χέρια τού γιού του Χρήστου. Αυτό ήταν το ξεκίνημα του εμβληματικού μαγαζιού, που από μαγερείο έφτασε να γίνει η ναυαρχίδα της νυχτερινής διασκέδασης στην Αργολίδα.
Στο Μέρμπακα λειτουργούσε ως χειμερινό και ως καλοκαιρινό, στον κήπο. Στην πορεία ήρθαν και τα όργανα. Το 1972 ο Χρήστος Μερμίγκης έστησε το καλοκαιρινό «Πέραμα» στην παραλιακή, κοντά στο πυρηνελαιουργείο τού Κουφάκη. Ήταν μια πρόχειρη κατασκευή με τσίγκια για σκεπή. Δυστυχώς, στη μεγάλη χιονόπτωση τον Γενάρη τού 1981 η κατασκευή έπεσε και καταστράφηκε. Το μαγαζί στο Μέρμπακα έκλεισε τον κύκλο του το 1983 και τον Μάιο του 1984 έγιναν τα εγκαίνια τού νέου μαγαζιού κάτω από την παραλιακή. Το Φλεβάρη του 2001 ο Χρήστος Μερμίγκης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, μη προλαβαίνοντας να χαρεί το νέο «Πέραμα», που είχε προγραμματιστεί να ανοίξει τα Χριστούγεννα. Το παλιό δούλεψε μέχρι τον Ιούνη και μετά έκλεισε…
Μια μέρα στο θερινό «Πέραμα» του Μέρμπακα, κάπου στα τέλη τού ’60, καθώς βράδιαζε περίμεναν «υψηλή πελατεία». Εισαγγελεύς, παλιός πελάτης, καλοφαγάς και μερακλής, είχε προσκαλέσει κάποιους συναδέλφους του να φάνε και να γλεντήσουν. Η ορχήστρα, όπου ξεχώριζαν ο Τάκης Ζαρακάς και ο Μίμης Πουλής, ήταν ήδη στη θέση της. Στην υποδοχή δυο ανίψια τού Μερμίγκη, 13 – 14 χρονών, με συγκεκριμένες οδηγίες:
«Προσέξτε, μόλις φανούν να με φωνάξετε!».
Ο ένας επί της υποδοχής, ο χοντρός, είχε συγκαεί και έξυνε τα αχαμνά του την ώρα που έφταναν οι δικαστικοί. Τον είδανε. Σταμάτησε το ξύσιμο για να τους υποδεχτεί και μαζί με τον άλλο αρχίνισαν τους τεμενάδες:
«Καλώς ορίσατε! Καθίστε, να πάμε να φωνάξουμε τον κύριο Μερμίγκη».
Ήρθε ο Μερμίγκης, όμως ο Εισαγγελέας τον πήρε από τα μούτρα:
«Μπράβο σου κύριε Μερμίγκη. Έχεις τους άλλους στην πόρτα, που μόλις μάς είδανε ξύνανε τα αχαμνά τους!».
Πήρε φωτιά ο Χρήστος με τους μικρούς και τούς έβαλε πόστα:
«Μπρος, χαθείτε ρεμάλια, που θα με κλείσετε μέσα!».
Η φαγούρα τού χοντρού άργησε να φύγει. Όμως από την πόρτα έφυγαν. Οριστικά!
Φωτο: Παρέα Μερμπακίτες στο «Πέραμα» (1993).
Γιώργος Ν. Μουσταΐρας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου